My music

Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Ρώμος Φιλύρας - "Η Ζωή μου είς το Δρομοκαϊτιον"


Ο διπλανός μου είναι ένας άνθρωπος που ταξιδεύει. Προτού πλαγιάσουμε στο θάλαμο για να κοιμηθούμε, βγάνει από τις τσέπες του ένα σωρό παλιόχαρτα και ατελείωτα κουβάρια σπάγγους, πακετάρει μεθοδικά το κρεβάτι του, τα ρούχα, τα παπούτσια του και μας λέει αντί για καληνύχτα «καλή αντάμωση». Ταξιδεύει, πάει στη Λειψία, στο Παρίσι, στο Βερολίνο, στην Αίγυπτο, Ινδίες, Μαρόκο... Επιτρέπεται ο πρώτος τυχών νοσοκομάκος με ένα σκούντημα να ξυπνάει και να ξαναφέρνει πάλι πίσω στο Δρομοκαΐτειο τον άνθρωπο που του δόθηκε με λίγα παλιόχορτα και κάτι σπάγγους να ταξιδεύει σαν το πουλί, να κάνει κάθε νύχτα κι από ένα θείο ταξίδι; Μια φορά που τον εξύπνησεν απότομα ο νοσοκόμος, του φώναξε απελπισμένα: -¶σε με, για το Θεό, χάνω το τρένο!
Είναι σύστημα αυτό, είναι κούρα αυτή, να παίρνουν τη μόνη ευτυχία που απομένει στον τρελό; Τον γιατρεύουμε, μας λένε. Μπράβο! Κι όταν γίνει καλά, θα ξανακάνει ποτέ του ταξίδι με ένα κομμάτι σπάγγο; Ζήτω η τρέλα! Εγώ ο Ρώμος το φωνάζω.
...................................................................................

Η ίδια ώρα χτυπά και για τρελούς και για γνωστικούς.
..............................................................................
Και γιατί ξαγρυπνούν γύρω μας οι νοσοκόμοι; Μοιάζει σαν ειρωνεία, σαν το «φύλακες γρηγορείτε» των φυλακών. Γρηγορείτε μην τύχει και σας φύγει κανείς! Μην τύχει και χάσουν την παρτίδα του παιχνιδιού έξω, σ΄αυτόν τον παράλογο κόσμο. Τι λόγος! Μήπως επρόκειτο ποτέ να κερδίσουμε;...............Εδώ αγαπούμε-αλλίμονο- πιότερο τη ζωή. Γιατί τη χάνουμε και την ξαναβρίσκουμε τυχαία.
..................................................................................
Η ώρα της πρωινής επισκέψεως των γιατρών- τι παράλογη κι ανώφελη φασαρία. Δεν καταλαβαίνω την επιμονή τους να θέλουν καλά και σώνει να μας γιατρέψουν. Να μας γιατρέψουν! Πρώτον, που δεν είναι τόσο εύκολο. Κι έπειτα, είναι απαραίτητο;......
Καλοπροαίρετοι γιατροί μου, αν επιμένετε να με γιατρέψετε από κάτι, γιατρέψτε με από τη λογική. Από τη λογική κι από τη μνήμη που μου απέμεινε, να μην ξαναθυμάμαι τον άμετρο πόθο της ζωής. Να, ελάτε σε μένα, λευκοφόροι ψυχίατροι. Σκύφτε επάνω μου: γιατί εγώ θυμάμαι. Σ΄αυτόν το θάλαμο κανείς άλλος δε θυμάται πιά εκτός από μένα!
...................................................................................

Κάνω γκάφες τη μιά πάνω στην άλλη!Ρωτώ συνέχεια- ο αφελής- τα υπέροχα πρόσωπα της κοινωνίας των τρελών και δεν μπορώ να κρατήσω τα γέλια. Ο Θεός, ο τα πάντα επισκοπών, με βλέπει από το θρόνο του- έναν παλιοτενεκέ του πετρελαίου- και μου κάνει νεύμα να πλησιάσω.
–¶κουσε να σου πω, μου λέει αγέρωχος κι οργίλος...Πρέπει να μάθεις να φέρεσαι.Σου δίνω δυό μέρες καιρό.
-Τι πρέπει, αν επιτρέπει η παντοδυναμία σου, να κάνω σε δυό μέρες;
-Να μη μας περνάς για τρελούς!