My music

Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

MELANCHOLIA


Βάγκνερ, Βισκόντι, γερμανικός ρομαντισμός, νούφαρα, λίμνες και η Kirsten Dunst πανέμορφη μέσα στο λευκό νυφικό της; τί δουλειά έχουν όλα αυτά σε μία ταινία καταστροφής όπου ο η γη απειλείται από μετωπική σύγκρουση με τον πλανήτη Melancholia. Στο σύμπαν του -κατά δική του δήλωση- καταθλιπτικού όσο και προβοκάτορα Lars von Trier όλα ειναι δυνατά. Όλα; στις φετινές Κάννες η πλειοψηφία των κριτικών τον απόδοκίμασε όχι όμως για τις μαγευτικές εικόνες της ταινίας του ούτε για τη σκηνοθετική του γραμμή (άλλωστε το αποδεινύει και το α΄ βραβείο γυναικείου ρόλου στη Charlotte Gainsbourg, της πρωταγωνιστριας και της αμέσως προηγούμενης ταινίας του, Antichrist. ) Κάτι τα ατυχή σχόλια του σκηνοθέτη για τη σκηνοθέτιδα Sussane Bier, κάτι οι αντισημιτικές του δηλώσεις και τα κρεσέντα αποθέωσης του Χίτλερ ήταν αρκετά για να ξεσηκώσουν θύελλα αντιδράσεων στους pollitically correct κριτικούς και λοιπούς θιασώτες της Κρουαζέτ.
Δικαίως ή αδίκως, γεγονός είναι πάντως ότι τα "περί " Trier απέσπασαν την προσοχή από αυτή καθαυτή την ταινία. Ο ίδιος αναφερόμενος σ'αυτην δήλωσε "maybe its crap"!! Με τίτλο που παραπέμπει στο βασικό συναίσθημα που τον κατατρύχει τα τελευταία χρόνια, το "Melancholia" μοιάζει εξ ορισμού βουτηγμένο μέχρι τα βαθιά στο συναισθηματισμό και στην απογνωση. Το θέμα; πολιτογραφημένο τυπικά ως "γυναικείο" καταπιάνεται με την ιστοριά δυο αδελφών, της εύθραστης Τζαστίν (Kirsten Dunst) και της δυναμικής Κλερ ( Charlotte Gainsburg) και τα όσα διαδραματίζονται την ημέρα του γάμου της πρώτης ενώ παραλληλα ενας πλανήτης, ομώνυμος με τον τίτλο της ταινίας, κατευθύνεται απειλητικά προς τη γη. Δεν είναι δύσκολο στο θεατή να αντιληφθεί πως η μεταφορά αφορά στη σχέση των δυο γυναικών, πίσω από την φαινομενική αρμονία της οποίας κρύβονται ανομολόγητα μυστικά, ικανά να δυναμιτίσουν την επισφαλή ισορροπία της. Trier με σφραγίδα που για μια ακόμα φορά αφήνει τον πεσιμισμό και τη μελαγχολία (sic) του να δώσει τον κυριαρχο τόνο ενώ η προοπτική του επικειμενου τέλους -μεταφορικού και μη- διατρέχει κάθε λεπτό της ταινίας και υπερτονίζεται με τη δραματική υπερβολή των συγχορδιών του Βάγκνερ.
Προσωπικά λατρεύω αυτή την κλειστοφοβική αισθηση των ταινιών του Trier, λατρεύω την επιτήδευση των εικόνων του, λατρεύω τη θεατρικότητα και τους slow motion ρυθμούς του. Στο "Melancholia" όλα αυτά θα τα βρείτε. Ξεχαστε τη φασαρία και το θόρυβο που στήνει γύρω από το πρόσωπο του και απολαύστε εναν βιρτουόζο σκηνοθέτη που ακόμα κι όταν καταπιάνεται με θεματα τυπικά "βαρετά" τουλάχιστον το κάνει με στυλ!
Μαζί με τις Dunst και Gainsburg πρωταγωνιστούν η Charlotte Rampling και ο Κiefer Sutherland.
Ki ενα μικτό tip: η εικόνα της Kirsten Dunst με το μπουκέτο (και εδώ σταματούν οι πληροφορίες) είναι εμπνευσμένη από εναν πίνακα του 1852, την Οphelia του John Millais.

Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Ρώμος Φιλύρας - "Η Ζωή μου είς το Δρομοκαϊτιον"


Ο διπλανός μου είναι ένας άνθρωπος που ταξιδεύει. Προτού πλαγιάσουμε στο θάλαμο για να κοιμηθούμε, βγάνει από τις τσέπες του ένα σωρό παλιόχαρτα και ατελείωτα κουβάρια σπάγγους, πακετάρει μεθοδικά το κρεβάτι του, τα ρούχα, τα παπούτσια του και μας λέει αντί για καληνύχτα «καλή αντάμωση». Ταξιδεύει, πάει στη Λειψία, στο Παρίσι, στο Βερολίνο, στην Αίγυπτο, Ινδίες, Μαρόκο... Επιτρέπεται ο πρώτος τυχών νοσοκομάκος με ένα σκούντημα να ξυπνάει και να ξαναφέρνει πάλι πίσω στο Δρομοκαΐτειο τον άνθρωπο που του δόθηκε με λίγα παλιόχορτα και κάτι σπάγγους να ταξιδεύει σαν το πουλί, να κάνει κάθε νύχτα κι από ένα θείο ταξίδι; Μια φορά που τον εξύπνησεν απότομα ο νοσοκόμος, του φώναξε απελπισμένα: -¶σε με, για το Θεό, χάνω το τρένο!
Είναι σύστημα αυτό, είναι κούρα αυτή, να παίρνουν τη μόνη ευτυχία που απομένει στον τρελό; Τον γιατρεύουμε, μας λένε. Μπράβο! Κι όταν γίνει καλά, θα ξανακάνει ποτέ του ταξίδι με ένα κομμάτι σπάγγο; Ζήτω η τρέλα! Εγώ ο Ρώμος το φωνάζω.
...................................................................................

Η ίδια ώρα χτυπά και για τρελούς και για γνωστικούς.
..............................................................................
Και γιατί ξαγρυπνούν γύρω μας οι νοσοκόμοι; Μοιάζει σαν ειρωνεία, σαν το «φύλακες γρηγορείτε» των φυλακών. Γρηγορείτε μην τύχει και σας φύγει κανείς! Μην τύχει και χάσουν την παρτίδα του παιχνιδιού έξω, σ΄αυτόν τον παράλογο κόσμο. Τι λόγος! Μήπως επρόκειτο ποτέ να κερδίσουμε;...............Εδώ αγαπούμε-αλλίμονο- πιότερο τη ζωή. Γιατί τη χάνουμε και την ξαναβρίσκουμε τυχαία.
..................................................................................
Η ώρα της πρωινής επισκέψεως των γιατρών- τι παράλογη κι ανώφελη φασαρία. Δεν καταλαβαίνω την επιμονή τους να θέλουν καλά και σώνει να μας γιατρέψουν. Να μας γιατρέψουν! Πρώτον, που δεν είναι τόσο εύκολο. Κι έπειτα, είναι απαραίτητο;......
Καλοπροαίρετοι γιατροί μου, αν επιμένετε να με γιατρέψετε από κάτι, γιατρέψτε με από τη λογική. Από τη λογική κι από τη μνήμη που μου απέμεινε, να μην ξαναθυμάμαι τον άμετρο πόθο της ζωής. Να, ελάτε σε μένα, λευκοφόροι ψυχίατροι. Σκύφτε επάνω μου: γιατί εγώ θυμάμαι. Σ΄αυτόν το θάλαμο κανείς άλλος δε θυμάται πιά εκτός από μένα!
...................................................................................

Κάνω γκάφες τη μιά πάνω στην άλλη!Ρωτώ συνέχεια- ο αφελής- τα υπέροχα πρόσωπα της κοινωνίας των τρελών και δεν μπορώ να κρατήσω τα γέλια. Ο Θεός, ο τα πάντα επισκοπών, με βλέπει από το θρόνο του- έναν παλιοτενεκέ του πετρελαίου- και μου κάνει νεύμα να πλησιάσω.
–¶κουσε να σου πω, μου λέει αγέρωχος κι οργίλος...Πρέπει να μάθεις να φέρεσαι.Σου δίνω δυό μέρες καιρό.
-Τι πρέπει, αν επιτρέπει η παντοδυναμία σου, να κάνω σε δυό μέρες;
-Να μη μας περνάς για τρελούς!

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

CARLOS



Στα 165 ΄ που διαρκεί το “Carlos” δεν ακούγεται ούτε μία φορά το προσωνύμιο “The Jackal” με το οποίο έμεινε στην ιστορία ο διαβόητος τρομοκράτης από τη Βενεζουέλα, Ιlich Ramirez Sanchez, η μυθιστορηματική βιογραφία του οποίου (ήδη στους τίτλους αρχής η παραγωγή κρατάει τις απόστάσεις της από την αντικειμενική και ακριβή καταγραφή των γεγονότων) αποτελεί και το κεντρικό θέμα της ομώνυμης ταινίας. Γιατί; Ίσως γιατί θα ήταν οξύμωρο να χρησιμοποιηθεί η ονομασία “τσακάλι” για τον άνθρωπο που ενώ απέκτησε μυθικές διαστάσεις στις δεκαετίες του '70 και ΄80 σήμερα μαραζώνει σε μια φυλακή της Γαλλίας (από όπου μάλιστα παρακολούθησε, όπως λέγεται, το φιλμ). Ίσως πάλι γιατί αν κάτι προσπαθεί να κάνει περισσοτερο από καθετι άλλο η ταινία είναι να ανατρέψει τη σχεδόν ρομαντική εικόνα του ιδεαλιστή ήρωα και να δείξει έναν άντρα που, ναι, ήταν ιδιαίτερα εξυπνος (τσακάλι!) αλλά ταυτόχρονα -ή και ακριβώς γιαυτό- ήταν και αλαζόνας, μυωπικός, οπουρτουνιστής, απίστευτα σκληρός.
Ο φακός του Οlivier Assayas παρακολουθεί τη σταδιακή μύηση του επαναστάτη στις τρομοκρατικές ομάδες της Ευρώπης που κατευθύνονταν από τα πανίσχυρα κέντρα λήψης των αποφάσεων στη Μέση Ανατολή ( είναι σχεδόν τραγική ειρωνεία να αναφέρεται π.χ. ο Σαντάμ Χουσεϊν ως ανερχόμενος ηγέτης στο Ιρακ) και εν συνεχεία στην ανάληψη εκ μέρους του αρχηγικού ρόλου καθώς ιδρύει μια παγκόσμια επαναστική οργάνωση και επιτίθεται στα κεντρικά γραφεία του ΟΠΕΚ, το 1975. Καταζητούμενος για πολλά χρόνια, καταφέρνει να ελιχθεί στους κόλπους των πολιτικών συμφερόντων της ψυχροπολεμικής διεθνούς σκηνής μέχρι και το 1994 οπότε και συνελήφθη στο Χαρτούμ από τη γαλλική αστυνομία. Στην εικοσαετία της ιδιαίτερα ενεργού δράσης του είναι παρών σε πάμπολλες ανατρεπτικές ενέργειες, είναι αλληλέγγυος με ομάδες όπως ο ιαπωνικός κόκκινος στρατός ή οι χιλιανοί επαναστάτες, είναι -για να μην μακρηγορούμε- η φυσιογνωμία που ταυτίστηκε με τον ακροαριστερό ακτιβισμό μιας ολόκληρης εποχής.
Και ενώ στο πρόσωπο του οι εφημερίδες και τα μέσα της εν λόγω εποχής ανακάλυψαν έναν μύθο ή με σημερινούς όρους έναν σταρ του οποίου η τόλμη αλλά και η αδυναμία στο ωραίο φύλο ήταν αρκετές και με το παραπάνω για να τον συντηρήσουν, το ζήτημα είναι αν παρόμοιο στόχο έχει και η ταινία. Να αναβιώσει δλδ το μύθο του Carlos, και να τον αποθεώσει ή να τον δαιμονοποιήσει αναλόγως. Όπως προαναφέρθηκε, ο σκηνοθέτης προσπαθεί να είναι αντικειμενικός, κρατά αποστάσεις, δειχνει τις πράξεις του ήρωα χωρίς να μιλά γιαυτές (π.χ. η σκηνή της ομηρίας των υπουργών του ΟΠΕΚ όπου συμβιβάζεται τελικά δεχόμενος χρηματικά ανταλλάγματα παρακούοντας τις άνωθεν εντολές). Ωστόσο , και παρόλο που επιλέγει τον χαρισματικό Εdgar Ramirez για το ρόλο του Carlos, έναν ηθοποιό που μαγνητίζει το βλέμμα του θεατή, και εύκολα κερδίζει τις εντυπώσεις, προσωπικά τείνω να πιστεύω πως ο Αssayas, ενδεχομένως και ασύνείδητα εφόσον επικαλείται την ουδετερότητα της προσέγγισης του, εν τέλει αποκαθηλώνει το μύθο του επαναστάτη. Τον κινηματογραφεί να αυτοθαυμάζεται γυμνός στον καθρέφτη για να υποδηλώσει τον ναρκισσισμό του. Τον παρουσιάζει να πεφτει θύμα των ίδιων των αντιφάσεων του και τον βάζει να στέκεται στην πλευρά εκείνων που θα εξυπηρετήσουν καλύτερα τους σκοπούς του άρα τον δείχνει ως εναν πολιτικό οπορτουνιστή. Σε έναν κόσμο δολοπλοκιών και αντικρουόμενων συμφερόντων αρνείται να γίνει “μάρτυρας”, ακολουθεί αυτό που του υπαγορεύει η όποια συνείδηση του.
Σε καμία περίπτωση παντως δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι ο σκηνοθέτης αποκαθηλώνει τον πρωταγωνιστή του για να εξυπηρετήσει ή να προπαγανδίσει δικές του πολιτικές ιδεολογίες. Περισσότερο, προσπαθεί να δείξει τις ανθρώπινες αδυναμίες που ενυπάρχουν ακόμα και στον πιο φανατικό και ακούραστο επαναστάτη, τις αδυναμίες εν τέλει της τρομοκρατίας ως μέσου για την επίτευξη πολιτικών - και όχι μόνο- φύσεως στόχων. Εν κατακλείδει, ο Carlos ήταν τσακάλι, τσακάλι που έδρασε όμως σε έναν κόσμο λύκων, ύψωσε το ανάστημα του ανάμεσα τους, δεν κατάφερε όμως να αποφύγει τους τρόπους τους.
Να σημειωθεί ότι η ταινία που θα δούμε στην Ελλάδα αποτελεί πύκνωση μιας μίνι σειράς 300' περιπου λεπτών. Σίγουρα πολλές λεπτές αποχρώσεις του πρωταγωνιστικού χαρακτήρα χάθηκαν στη σύνοψη (εδώ θα δούμε 165') οπότε αν σας ενδιαφέρει να βγάλετε τα δικά σας συμπεράσματα ψάξτε τη version της σειράς που κυκλοφορεί ήδη σε dvd (και έχει κερδίσει μάλιστα) και τη χρυσή σφαίρα 2010.

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

HANNA


ΗΑΝΝΑ

Μια teenager εκδοχή της νύφης στο Kill Bill; Ή μήπως η Leeloo από το Fifth Element;
Τίποτα από τα δύο και κυρίως τίποτα από όσα έχουμε δει μέχρι τώρα. Παρόλο που γυναικείες παρουσίες “έχουν εισβάλει” τα τελευταία χρόνια στις ταινίες δράσης, διεκδικώντας ενα μεγάλο μερίδιο του κινηματογραφικού είδους, η νεαρή Saoirse Ronan πλάθει την πιο πρωτότυπη “δολοφόνο” που έχουμε δει....αέρινη, ευθραστη, απόκοσμη και την ίδια στιγμή ανελέητη, απόλυτα ακριβής στις κινήσεις της, εκπαιδευμένη να σκοτώνει χωρίς διασταγμό. Απογειώνει την ταινία και αποτελεί φυσικά τέλεια επιλογή για τον σκηνοθέτη Joe Wright (Atonement, Pride and Prejudice, The Soloist) - αν και οι φήμες λένε ότι η Ronan ήταν αυτή που διάλεξε τον Wright αφού στην καρέκλα του σκηνοθέτη επρόκειτο αρχικά να καθίσει ο Danny Boyle και στη συνέχεια ο Alfonso Cuaron.
Aν όμως , όπως υπονοήθηκε η νεαρή πρωταγωνίστρια είναι το μεγάλο ατού της ταινίας, το σενάριο που υπογράφουν ο Seth Lockhead και ο David Farr παρόλο που έχει ως αφετηρία μια πολύ ενδιαφέρουσα, πρωτότυπη ιδέα, σε μια δεύτερη ανάγνωση αφήνει πολλά κενά. Η όλη ιστορία ξεκινά με μια καταπληκτική εικόνα μέσα στο χιόνι. Η Hanna, της οποίας το ονομα μαθαίνουμε στη συνέχεια, εχει μόλις πυροβολήσει ενα ελάφι χωρίς όμως να το έχει πετύχει στην καρδιά. Είναι μια ακόμα άσκηση στα πλαίσια της αυστηρής, σπαρτιατικής εκπαιδευσης που λαμβάνει από τον πατέρα της (Eric Bana) με τον οποίο ζουν απομονωμένοι κάπου στο...πουθενά. Σε όλη της την ζωή δεν έχει επαφή με κανέναν άλλο, ούτε με οτιδήποτε συνιστά πολιτισμό. Εχει ανατραφεί σαν μια πολεμική μηχανή που ξερει μόνο να σκοτώνει αλλά και να προστατεύεται..Να προστατεύεται από την απειλή που σταδιακά μαθαινουμε πως ακούει στο όνομα Μαρίσα (μια στυλιζαρισμένη Cate Blanchett), δλδ μια ψυχρή πράκτορα της CIA που κάποτε δουλευε με τον πατέρα της Hanna, αλλά η αποστολή τους απέτυχε. Η μικρή κάποια στιγμή βγαίνει στον κόσμο -κυριολεκτικά και μεταφορικά- και κάπου εκεί αρχίζουν και τα σεναριακά προβλήματα καθώς προκύπτουν ενα σωρό ερωτηματικά σχετικά με τα κίνητρα των ηρώων και όλα αυτά που τους ωθούν σε ενα ανελέητο κυνήγι αλληλοεξόντωσης (η Hanna με τον πατέρα της από τη μία, η Marissa με την “ομάδα” της από την άλλη αν και κυρίως προκειται για one woman show). Καποιες απαντήσεις θα παρουμε προς το τέλος της ταινίας, όταν όμως καμία από αυτές δε θα έχει σημασία γιατί θα έχουμε ήδη κατευχαριστηθεί κάθε ξεχωριστό λεπτό της.
Και το κάθε λεπτό σημαίνει μια σειρά από διαδοχικές σκηνές δράσης, χορογραφημένες και μονταρισμένες στην εντέλεια (στη δυναμική τους συμβάλλουν σημαντικά τα αιχμηρά beats και οι ατμοσφαιρικές ενορχηστρώσεις σε ενα καταιγιστικό soundtrack των Chemical Brothers), οι οποίες διακόπτονται ευχάριστα για να παρακολουθήσουμε τα στάδια προσαρμογής της Hanna καθώς γνωρίζεται με τον πολιτισμό...γιατί άλλο η εκπαιδευση και η θεωρία και άλλο η πραγματικότητα για ένα κοριτσι που θαμπώνεται ακόμα και από το πως αναβοσβήνει ο διακόπτης ρεύματος.
Η Cate Blanchett στο ρόλο της πρακτορα Marissa είναι όσο “στεγνή”, αδιστακτη και ψυχρή προστάζει ο ρόλος της (με την επιφύλαξη όμως που προαναφέρθηκε, πως δεν ξεκαθαρίζονται δλδ τα κίνητρα της εμμονικής συμπεριφοράς της) ο δε Eric Bana περνά σχεδόν απαρατήρητος (με εξαιρεση τη σκηνή που βγαίνει ημιγυμνος μέσα από τη θάλασσα, σκηνή που, χμ, δύσκολα περνά απαρατήρητη!!)
Και κάτι τελευταίο...ήδη από την αρχική εμβληματική σκηνή είχα την αίσθηση ότι ο Wright θέλει να δώσει μια αισθηση σκοτεινού παραμυθιού στην ταινία του...οι αναφορές στα παραμύθια των αδελφών Γκριμ αργότερα ενίσχυσαν αυτή την εντύπωση μου. Δεν παραξενευτηκα λοιπόν καθόλου όταν το δελτίο τύπου της ταινίας αναφέρεται στην Blanchett σαν την κακιά μάγισσα που κυνηγάει τον Χανσελ και την Γκρέτελ ή όταν η Ronan δήλωσε σε συνεντευξη της πως προσέγγισε το ρόλο της σαν το κορίτσι στο παραμύθι που αντικρύζει για πρώτη φορά τον τρομακτικό αλλά και γοητευτικό ταυτόχρονα “έξω” κόσμο....

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

JANE EYRE

Ταινία της χρονιάς ή όχι, γεγονός είναι πως η Jane Eyre του βραβευμένου Cary Fukunaga είναι πολυαναμενόμενη για πολλούς λόγους. Ο βασικότερος από αυτούς συνοψίζεται και μόνο στον τίτλο της. Το πολυδιαβασμένο μυθιστόρημα της Charlotte Bronte έχει γνωρίσει πολλές κινηματογραφικές εκδοχές όμως πάντα υπάρχει περιθώριο για ακόμα μια καθώς συνεχίζει να συγκινεί και νεοτερους αναγνώστες και γνωρίζει αλλεπάλληλες επανεκδόσεις παγκοσμίως. Έπειτα είναι ο σκηνοθέτης. Βραβευμένος ήδη σε κάθε εμφάνιση του (στο περσινό Sundance για το Sine Nombre (χωρίς όνομα) και στο φεστιβάλ της Γιούτα για το μικρού μήκους Victoria para Chino) καλείται τώρα να αποδείξει τις ικανότητες του στη μεταφορά ενός αγαπημένου αλλά και “δύσκολου” ρομαντικού μυθιστορήματος, άσχετου με τα θέματα μετανάστευσης στα οποία μέχρι τώρα έχει διαπρέψει. Τέλος έχει ενδιαφέρον αν η άχρωμη, αδιαφορη πρωταγωνίστρια του Alice in wonderland, η Mia Wasikowska, θα καταφέρει να ερμηνεύσει τον απαιτητικό, αυστηρό αλλά και ταυτόχρονα ευαισθητο χαρακτήρα της Jane Eyre, τώρα που δε θα έχει το ατού των κουνελιών και των υπόλοιπων “θαυμάτων” του Τιμ Μπάρτον. Δίπλα της, στο ρόλο του μυστήριου κυρίου Rochester o Michael Fassbinder του Ιnglourious Basterds. Δύσκολο το στοίχημα λοιπόν για τον Fukunaga που ωστόσο στο τραίηλερ που έχει ήδη κυκλοφορήσει και στη χώρα μας δείχνει αν μη τι άλλο πως έχει καταφέρει να αποδώσει την ομιχλώδη, σκοτεινή και επιβλητική ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος. Χαρακτηριστικό είναι ότι προβάλλονται ιδιαίτερα οι “δευτεραγωνίστριες” του φίλμ, η Sally Hawkins και η Judi Dench οι οποίες με τα βραβεία και τη βαρύτητα τους δίνουν το απαιτούμενο καλλιτεχνικό υπόβαθρο στην ταινία. Ας ελπίσουμε ότι το εκ των πραγμάτων δύσκολο εγχείρημα να αποδοθεί κινηματογραφικά ενα ακόμα σημαντικό για την παγκόσμια λογοτεχνία μυθιστόρημα δε θα αποτύχει όπως συμβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις και πως ο Fukunaga θα αξιοποιήσει το αναγνωρισμένο ταλέντο του και δε θα λυγίσει αμηχανος μπροστά στο βάρος του κλασικού έργου. Παντως ευοιωνο ειναι το γεγονός πως ενω στη συμπαραγωγή της ταινίας μαζί με τη Focus Features και τη Ruby Films βρισκεται και το BBC η προσέγγιση -τουλάχιστον στο τραίηλερ- δεν είναι ακαδημαϊκή αλλά παραπέμπει σε μια πιο “gothic” κινηματογράφηση. Δεν είναι λοιπόν τυχαία και τα 3,505,000$ που έχει κόψει μέχρι τώρα το φιλμ στην Αμερική κάνοντας το καλύτερο ντεπούτο για το 2011.

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011


IN A BETTER WORLD

Στο Open Hearts εστίασε στην ιδέα ότι μια τυχαία συνάντηση μπορεί να αλλάξει τη ζωή μας με τρόπους που ούτε καν φανταζόμασταν. Στο Brothers αντιμετώπισε ένα ακόμα πιο περίπλοκο ζήτημα, αυτό της αδελφικής αντιπαλότητας αλλά και τις επιπτώσεις της βίας στην ψυχοσύνθεση ενός στρατιώτη. Στο After the wedding μίλησε για την απόγνωση των ορφανών παιδιών στην Ινδία, για μυστικά που αποκαλύπτονται, για την αλαζονία του πλούτου.
Η Susan Bier αυτή τη φορά καταπιάνεται με ένα ακόμα “δύσκολο” θέμα και περιγράφει πώς η βία διαπερνά κάθε πλευρά της ζωής και διαμορφώνει τις συμπεριφορές ανθρώπων εντελώς διαφορετικής κουλτούρας, έθνους ακόμα και ηλικίας. Με άλλα λόγια, το In a better world φιλοδοξεί να γίνει ενα δοκίμιο περί της αρχέγονης επιβολής της βίας στις ψυχές των ανθρώπων παρά τις αντιστάσεις αυτών που πρεσβεύουν την ειρήνη. Φιλοδοξεί. Κατά την εκτίμηση των κριτών της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου το καταφέρνει κιόλας και γιαυτό της έδωσαν το Όσκαρ ξενογλωσσης ταινίας για το 2011. Ας μας επιτραπεί να έχουμε τις ενστάσεις μας....
Δύο παράλληλες ιστορίες, δύο οικογένειες, δύο μικρά παιδιά αλλά και δύο διαφορετικοί εκ διαμέτρου διαφορετικοί κόσμοι, μια σχεδόν “αποστειρωμένη” δανική πόλη, και η καθημερινότητα των εχθροπραξιών και της αθλιότητας σε ένα στρατόπεδο προσφύγων της Αφρικής συνιστούν τον καμβά πάνω στον οποίο συνθέτει η Bier την ιστορία της. Ο Εlias είναι εκείνο το αγόρι που συναντάμε σχεδόν σε κάθε σχολείο, εσωστρεφής, κλειστός, εύκολος στόχος για τους δυναμικούς και είρωνες συμμαθητές του. Οι γονείς του βρίσκονται σε διαδικασία διαζυγίου και ο πατέρας του προσφέρει τις ιατρικές του υπηρεσίες στην Αφρική. Ο Christian έχει χάσει τη μητέρα του από καρκίνο και μόλις εχει μετακομίσει με τον ευκατάστατο πατέρα του στο σπίτι της γιαγιάς του. Τα δύο αγόρια συνδέονται φιλικά, ο δυναμικός Christian όμως συμπαρασύρει τον άτολμο Elias σε βίαιες συμπεριφορές. Είναι η μία πλευρά της βίας, αυτή που σοκάρει και περισσότερο γιατί δεν προσιδιάζει στην αθωότητα της παιδικής ηλικίας. Από την άλλη πλευρά η Αφρική, με την εξωτική γοητεία της γίνεται το σκηνικό όπου λαμβάνει χώρα η “ενήλικη” βία, η βία που προστάζει να εκδηλώνονται ανερυθρίαστα ακόμα και τα πιο αιμοσταγή ένστικτα των εκάστοτε ισχυρων επάνω σε άμαχες γυναίκες, πρόσφυγες, παιδιά.
Οι δύο ιστορίες συνδέονται από την Bier σταδιακά, αβίαστα, καθώς η σκηνοθέτης έχει εμπιστοσύνη στην αντιληπτική ικανότητα των θεατών της. Εκεί ακριβώς όμως είναι που πασχει συνολικά και η ταινία. Ακαδημαϊκή συναρμολόγηση των επιμέρους σκηνών, όλα τακτοποιημένα έτσι ώστε να αποσπάσουν τη συγκίνηση ή την αποστροφή κατά περιπτωση, κάμερα που ακολουθεί κατά βήμα τους ήρωες, ζουμάρει στα προσωπα (συμπαθείς κατά τα άλλα όλοι οι πρωταγωνιστές), σεκάνς με συναισθήματα (“εσύ φταίς που πέθανε η μητέρα”κατηγορεί ο μικρός Christian τον πατέρα του και έχεις την αίσθηση ότι βλέπεις ελληνικό κινηματογράφο του'60) που φλερτάρουν με το μελό και εν τέλει τι; όλα εννοούνται, και στο τέλος φεύγεις από την αίθουσα με την αίσθηση ότι μόλις έχασες την ευκαιρία να δεις μια σπουδαία ταινία που θα ειχε σα θέμα τη βία, την ωμή πραγματικότητα που στο δυτικό κόσμο απλώς σενιάρεται με την αστική δικαιολογία της δυσλειτουργικής οικογένειας.
Σιγουρα η προβολή της ταινίας θα εγείρει πολλές αντιπαραθέσεις για το αν άξιζε να είναι το Ιn a better world η οσκαρούχος ξενόγλωσση και όχι ο Κυνόδοντας. Χωρίς καμία διάθεση για εθνικιστικές κορώνες και με εκτίμηση για την οσκαρικών προδιαγραφών φωτογράφηση -ιδιαίτερα ξεχωρίζουν οι σκηνές από την Αφρική – θα λέγαμε ότι κάλλιστα το βραβείο θα έπρεπε να κατηφορίσει νοτιότερα της Δανίας. Ισως, (όχι αύριο -κατά τον ελληνικό τίτλο της ταινίας) αλλά κάποια επόμενη φορά!.

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

ROUTE ΙRISH


“Στο λάθος σημείο σε λάθος στιγμή”. Η φράση αυτή, που επαναλαμβάνεται αρκετές φορές στο “Ιrish Route” του Ken Loach, θα μπορούσε να χαρακτηρίσει και την τελική αίσθηση που αφήνει η καινούρια αυτή ταινία του σπουδαίου Ιρλανδού σκηνοθέτη. Κι αυτό γιατί παρόλο που εφτασε πολύ κοντα στη βραβευση στο φεστιβάλ των Καννών, όπου και πρωτοπαρουσιάστηκε, δεν καταφέρνει ωστόσο να φτασει στο επίπεδο των επικών “Γη και Ελευθερία” ή “Ο άνεμος χορεύει το χορτάρι”.
Λάθος στιγμη γιατί μια ακόμα ταινία για τα παιχνιδια που παιχτηκαν εις βάρος ανύποπτων στρατιωτών στην αιμάσουσσα, ακόμα, περιοχή της Βαγδάτης δε φαίνεται να αφορά πλέον την πλατιά μάζα των θεατών. Ίσως για το λόγο αυτό και η ταινία στην Αμερική κυκλοφορησε κατευθείαν στα video on demand της καλωδιακης τηλεόρασης.
Λάθος σημείο γιατί η εκρηκτική γωνιά του πλανήτη έχει μεταφερθεί λίγο δυτικότερα από το Ιράκ, στη Βόρεια Αφρική με τις κλιμακούμενες εκεί εξεγέρσεις των τελευταίων μηνών.
Όλα αυτά όμως ασφαλώς δεν αφορούν τον ταλαντούχο Ken Loach, ούτε και τους φανατικούς θεατές του οι οποίοι για μια ακόμα φορά θα απολαύσουν το γρήγορο, κοφτό, λακωνικό (αν μου επιτρέπεται η χρήση) μοντάζ, την απουσία καθε περιττού μελοδραματισμού - ακόμα και σκηνές που προσφέρονται, οι αναμνήσεις από τα νεανικά χρόνια των δύο πρωταγωνιστών ή η στιγμή που ο πρωταγωνιστής ανοίγει το φέρετρο του παιδικού φίλου του για να τον αντικρύσει για τελευταία φορά, είναι απογυμνωμένες απο άσκοπους συναισθηματισμούς και η ένταση αποδίδεται όχι με το λόγο αλλά με τις εικόνες αυτές καθαυτές.
Από την άλλη πλευρά το σενάριο δεν είναι από τα δυνατά σημεία της ταινίας. Ανεξάρτητα της επικαιρότητας ή της πρωτοτυπίας του θέματος, ο Loach φαίνεται σε κάποια σημεία αμήχανος ως προς τι είδους ταινία ήθελε να δημιουργήσει με αποτέλεσμα σε άλλες σκηνές να βλέπεις στρατιωτικό θρίλερ, σε άλλες αισθηματικό δράμα, σε άλλες ταινία μυστηρίου. Πίσω από όλες αυτές τις ανομοιογένειες όμως υπάρχει -και ευτυχώς- ο συνδετικός ιστός: η ανάγκη ενός άντρα, του Fergus (Mark Womack) να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από το θάνατο του αγαπημένου του φίλου Frankie (John Bishop) ο οποίος, υπηρετώντας ως μισθοφόρος στο Ιράκ, σκοτώθηκε σε έναν από τους πιο επικίνδυνους δρόμους του κόσμου, τη Route Irish δλδ τον δρόμο που συνδέει τη Βαγδάτη με το αεροδρόμιο της. Τα στοιχεία που έχει στη διαθεση του ο Fergus είναι ελάχιστα, ωστόσο δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια του να ανακαλύψει την αλήθεια εχοντας ως βοηθούς του τη σύντροφο του φίλου του, τη Rachel ( Andrea Lowe)-να το και το αισθηματικό δράμα- και έναν Ιρακινό γνώστη υπολογιστών. Το παζλ σιγά σιγά θα λυθεί, αλλά εμείς θα μείνουμε με την απορία γιατί χρειαζόταν μια ολοκληρη ταινία να στηριχτεί σε ένα μεμονωμένο περιστατικό για να πει για μια ακόμα φορά αυτό που ξερουμε όλοι: πως τίποτα από όσα έγιναν στο Ιρακ από τους Δυτικούς δεν ήταν αθώο ή τυχαίο.
Στην προηγούμενη απορία υπάρχει φυσικά η απάντηση: για να ακούσουμε πώς είδε τo φιάσκο των στρατών κατοχής στο Ιράκ ο μαστερ των καταγγελιών, ο Ken Loach.. Και για να το ακούσουμε χωρίς πολλά λόγια, χωρίς ακρότητες, απολαμβάνοντας σπουδαίες ερμηνείες και μη επιτηδευμένη σκηνοθεσία. Και η καταγγελία; Αυτή καλύτερα να την αφήσει ο Loach για τα δικά του χωράφια ή αλλιώς για τα λιβάδια με στάχυα της Ιρλανδίας τα οποία χορεύουν ιδανικά στους δικούς του ρυθμούς.

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

Incendies


INCENDIES


Όταν ξεκίνησε το Incendies, η καναδική ταινία του Denis Villeneuve, που πρόκειται να προβληθεί και στη χώρα μας από τη Seven Films είχα την αίσθηση ότι έβλεπα απόσπασμα από ντοκιμαντέρ του National Geographic ή κάτι παρεμφερές. Το τέλος της ταινίας με βρήκε να συλλογίζομαι τον πασίγνωστο ορισμό του Αριστοτέλη : “Εστιν ουν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας...” κτλ. κτλ. Δεν επροκειτο για ντοκιμαντέρ παρόλο που ανάλογες ιστορίες μ'αυτήν που μόλις είχα παρακολουθήσει θα έχουν ασφαλώς συμβεί στην πυριτιδαποθήκη που ονομάζεται Μέση Ανατολή. Ήταν όμως σαφώς μια συγχρονη τραγωδία με μέση, αρχή, τέλος, της οποίας οι πρωταγωνιστές με τα ονόματα Νawal, Simon, Jeanne θα μπορούσαν κάλλιστα να ονομάζονται Οιδίποδας, Ιοκάστη ή Αντιγόνη.
Η συγγένεια με το αρχετυπικό είδος της τραγωδίας αφορά καταρχήν στη θεματολογία και στην απόδοση τραγικών χαρακτηριστικών στους τρεις βασικούς ήρωες. Το ανοιγμα της διαθήκης μιας μητέρας ανατρέπει ό,τι γνώριζαν τα δίδυμα παιδιά της γιαυτήν μέχρι τότε, και τα οδηγεί στην αναζήτηση της δικής της αλλά και δικής τους , εν τέλει, αλήθειας. Δύο κλειστοί φάκελοι πρέπει να παραδοθούν στον πατέρα που μέχρι τότε θεωρούσαν νεκρό και στον αδελφό που δε γνώριζαν ότι έχουν. Οι απαντήσεις για το οικογενειακό παρελθόν βρίσκονται όμως στη Μέση Ανατολή και συγκεκριμένα στο Λίβανο (παρόλο που δεν κατωνομάζεται πουθενά η εν λόγω χώρα, τα πατρώνυμα των ηρώων και τα ιστορικά γεγονότα που εκτυλίσσονται στο φόντο μας επιτρέπουν να υποθέσουμε με ασφάλεια πως προκειται γιαυτήν). Εκεί θα ταξιδέψουν διαδοχικά τα δύο αδέλφια, σε μια οδυνηρή, αλλά και απαραίτητη για να επέλθει η κάθαρση, καταβύθιση στο παρελθόν που θα τους αποκαλύψει όλα τα οικογενειακά μυστικά.
Το σενάριο της ταινίας βασίστηκε σε ομώνυμο θεατρικό έργο του Wadji Mouawad. Ο Villeneuve όμως κατορθώνει να ανεξαρτητοποιηθεί από τις θεατρικές συμβάσεις και να κινηματογραφήσει ένα έργο γεμάτο κίνηση και ένταση. Ανάμεσα στις δύο πρωταγωνίστριες του, τη μητέρα Lubna Azabal και την κόρη Melissa Desormeaux- Poulin πλέκει δύο παράλληλες ιστορίες, παίζει με το παρελθόν και το παρόν, ενδεχομένως μπερδεύοντας και σε κάποιες σκηνές τους θεατές, λόγω της μεγάλης συμπτωματικής ομοιότητας μεταξύ των δύο γυναικών. Η μεγαλύτερη αρετή της ταινίας ωστόσο δεν έγγειται σ'αυτά τα flash-back αλλά ούτε και στις αξιομνημόνευτες ερμηνείες ή στην ολοζώντανη κινηματογράφηση των αχανών τοπίων της Μεσης Ανατολής.
Το σημαντικότερο από όλα αυτά είναι το ότι μέσα στις σκληρές απάνθρωπες σκηνές και ενώ διαγράφονται σχεδόν νατουραλιστικά η απόγνωση, η φρίκη, το μίσος που χαρακτηρίζει κάθε εμφύλιο πόλεμο, ο Villeneuve κατορθώνει να απαλύνει κάθε αρνητικό συναίσθημα που γεννά η βαρβαρότητα και να μιλήσει για την αγάπη, τη στοργή που κατορθωνουν να βιώσουν οι άνθρωποι ακόμα και μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες.
Οι ήρωες υποφέρουν, αιφνιδιάζονται, εκδικούνται, σε καμία περίπτωση όμως δε χάνουν το πείσμα και τη γενναιότητα τους, την ανθρώπινη υπόσταση αλλά και την μεγαλειώδη τραγική διάσταση που χαρακτηρίζει εκείνους που αποφασίζουν να φτάσουν στα όρια τους, να τα ξεπεράσουν ακόμα κι αν το τέλος τους βρει μόνους.
Δεν μπορώ να φανταστώ πως θα υπάρξει θεατής που θα μείνει αμέτοχος, που δε θα φορτισθεί συγκινησιακά παρακολουθώντας το Ιncendies., έστω και αν κάποιοι περισσότερο προσεκτικοί διαπιστώσουν πως δε λείπουν τα συναισθηματικά τρικ, ή οι κλισέ σκηνές φρίκης στις οποίες μας έχουν συνηθίσει -τί έκπληξη!- τα χολυγουντιανά στούντιο..Στο τέλος όμως αυτό που θα μείνει δεν είναι ούτε η απόγνωση ούτε η βαρβαρότητα αλλά η συμπάθεια προς αυτό που βιώνει όποιος αντιμετωπίζει τον παραλογισμό του πολέμου. Και ενώ θα ακούγονται οι νότες του “You and whose army?” των Radiohead μερικοί θα θυμηθούν -για να ολοκληρώσω την αρχική μου σκέψη αυτό που είχε κατά νου και ο Αριστοτέλης όταν έγραφε εκείνο το “δι'ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν”.