My music

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011


IN A BETTER WORLD

Στο Open Hearts εστίασε στην ιδέα ότι μια τυχαία συνάντηση μπορεί να αλλάξει τη ζωή μας με τρόπους που ούτε καν φανταζόμασταν. Στο Brothers αντιμετώπισε ένα ακόμα πιο περίπλοκο ζήτημα, αυτό της αδελφικής αντιπαλότητας αλλά και τις επιπτώσεις της βίας στην ψυχοσύνθεση ενός στρατιώτη. Στο After the wedding μίλησε για την απόγνωση των ορφανών παιδιών στην Ινδία, για μυστικά που αποκαλύπτονται, για την αλαζονία του πλούτου.
Η Susan Bier αυτή τη φορά καταπιάνεται με ένα ακόμα “δύσκολο” θέμα και περιγράφει πώς η βία διαπερνά κάθε πλευρά της ζωής και διαμορφώνει τις συμπεριφορές ανθρώπων εντελώς διαφορετικής κουλτούρας, έθνους ακόμα και ηλικίας. Με άλλα λόγια, το In a better world φιλοδοξεί να γίνει ενα δοκίμιο περί της αρχέγονης επιβολής της βίας στις ψυχές των ανθρώπων παρά τις αντιστάσεις αυτών που πρεσβεύουν την ειρήνη. Φιλοδοξεί. Κατά την εκτίμηση των κριτών της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου το καταφέρνει κιόλας και γιαυτό της έδωσαν το Όσκαρ ξενογλωσσης ταινίας για το 2011. Ας μας επιτραπεί να έχουμε τις ενστάσεις μας....
Δύο παράλληλες ιστορίες, δύο οικογένειες, δύο μικρά παιδιά αλλά και δύο διαφορετικοί εκ διαμέτρου διαφορετικοί κόσμοι, μια σχεδόν “αποστειρωμένη” δανική πόλη, και η καθημερινότητα των εχθροπραξιών και της αθλιότητας σε ένα στρατόπεδο προσφύγων της Αφρικής συνιστούν τον καμβά πάνω στον οποίο συνθέτει η Bier την ιστορία της. Ο Εlias είναι εκείνο το αγόρι που συναντάμε σχεδόν σε κάθε σχολείο, εσωστρεφής, κλειστός, εύκολος στόχος για τους δυναμικούς και είρωνες συμμαθητές του. Οι γονείς του βρίσκονται σε διαδικασία διαζυγίου και ο πατέρας του προσφέρει τις ιατρικές του υπηρεσίες στην Αφρική. Ο Christian έχει χάσει τη μητέρα του από καρκίνο και μόλις εχει μετακομίσει με τον ευκατάστατο πατέρα του στο σπίτι της γιαγιάς του. Τα δύο αγόρια συνδέονται φιλικά, ο δυναμικός Christian όμως συμπαρασύρει τον άτολμο Elias σε βίαιες συμπεριφορές. Είναι η μία πλευρά της βίας, αυτή που σοκάρει και περισσότερο γιατί δεν προσιδιάζει στην αθωότητα της παιδικής ηλικίας. Από την άλλη πλευρά η Αφρική, με την εξωτική γοητεία της γίνεται το σκηνικό όπου λαμβάνει χώρα η “ενήλικη” βία, η βία που προστάζει να εκδηλώνονται ανερυθρίαστα ακόμα και τα πιο αιμοσταγή ένστικτα των εκάστοτε ισχυρων επάνω σε άμαχες γυναίκες, πρόσφυγες, παιδιά.
Οι δύο ιστορίες συνδέονται από την Bier σταδιακά, αβίαστα, καθώς η σκηνοθέτης έχει εμπιστοσύνη στην αντιληπτική ικανότητα των θεατών της. Εκεί ακριβώς όμως είναι που πασχει συνολικά και η ταινία. Ακαδημαϊκή συναρμολόγηση των επιμέρους σκηνών, όλα τακτοποιημένα έτσι ώστε να αποσπάσουν τη συγκίνηση ή την αποστροφή κατά περιπτωση, κάμερα που ακολουθεί κατά βήμα τους ήρωες, ζουμάρει στα προσωπα (συμπαθείς κατά τα άλλα όλοι οι πρωταγωνιστές), σεκάνς με συναισθήματα (“εσύ φταίς που πέθανε η μητέρα”κατηγορεί ο μικρός Christian τον πατέρα του και έχεις την αίσθηση ότι βλέπεις ελληνικό κινηματογράφο του'60) που φλερτάρουν με το μελό και εν τέλει τι; όλα εννοούνται, και στο τέλος φεύγεις από την αίθουσα με την αίσθηση ότι μόλις έχασες την ευκαιρία να δεις μια σπουδαία ταινία που θα ειχε σα θέμα τη βία, την ωμή πραγματικότητα που στο δυτικό κόσμο απλώς σενιάρεται με την αστική δικαιολογία της δυσλειτουργικής οικογένειας.
Σιγουρα η προβολή της ταινίας θα εγείρει πολλές αντιπαραθέσεις για το αν άξιζε να είναι το Ιn a better world η οσκαρούχος ξενόγλωσση και όχι ο Κυνόδοντας. Χωρίς καμία διάθεση για εθνικιστικές κορώνες και με εκτίμηση για την οσκαρικών προδιαγραφών φωτογράφηση -ιδιαίτερα ξεχωρίζουν οι σκηνές από την Αφρική – θα λέγαμε ότι κάλλιστα το βραβείο θα έπρεπε να κατηφορίσει νοτιότερα της Δανίας. Ισως, (όχι αύριο -κατά τον ελληνικό τίτλο της ταινίας) αλλά κάποια επόμενη φορά!.

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

ROUTE ΙRISH


“Στο λάθος σημείο σε λάθος στιγμή”. Η φράση αυτή, που επαναλαμβάνεται αρκετές φορές στο “Ιrish Route” του Ken Loach, θα μπορούσε να χαρακτηρίσει και την τελική αίσθηση που αφήνει η καινούρια αυτή ταινία του σπουδαίου Ιρλανδού σκηνοθέτη. Κι αυτό γιατί παρόλο που εφτασε πολύ κοντα στη βραβευση στο φεστιβάλ των Καννών, όπου και πρωτοπαρουσιάστηκε, δεν καταφέρνει ωστόσο να φτασει στο επίπεδο των επικών “Γη και Ελευθερία” ή “Ο άνεμος χορεύει το χορτάρι”.
Λάθος στιγμη γιατί μια ακόμα ταινία για τα παιχνιδια που παιχτηκαν εις βάρος ανύποπτων στρατιωτών στην αιμάσουσσα, ακόμα, περιοχή της Βαγδάτης δε φαίνεται να αφορά πλέον την πλατιά μάζα των θεατών. Ίσως για το λόγο αυτό και η ταινία στην Αμερική κυκλοφορησε κατευθείαν στα video on demand της καλωδιακης τηλεόρασης.
Λάθος σημείο γιατί η εκρηκτική γωνιά του πλανήτη έχει μεταφερθεί λίγο δυτικότερα από το Ιράκ, στη Βόρεια Αφρική με τις κλιμακούμενες εκεί εξεγέρσεις των τελευταίων μηνών.
Όλα αυτά όμως ασφαλώς δεν αφορούν τον ταλαντούχο Ken Loach, ούτε και τους φανατικούς θεατές του οι οποίοι για μια ακόμα φορά θα απολαύσουν το γρήγορο, κοφτό, λακωνικό (αν μου επιτρέπεται η χρήση) μοντάζ, την απουσία καθε περιττού μελοδραματισμού - ακόμα και σκηνές που προσφέρονται, οι αναμνήσεις από τα νεανικά χρόνια των δύο πρωταγωνιστών ή η στιγμή που ο πρωταγωνιστής ανοίγει το φέρετρο του παιδικού φίλου του για να τον αντικρύσει για τελευταία φορά, είναι απογυμνωμένες απο άσκοπους συναισθηματισμούς και η ένταση αποδίδεται όχι με το λόγο αλλά με τις εικόνες αυτές καθαυτές.
Από την άλλη πλευρά το σενάριο δεν είναι από τα δυνατά σημεία της ταινίας. Ανεξάρτητα της επικαιρότητας ή της πρωτοτυπίας του θέματος, ο Loach φαίνεται σε κάποια σημεία αμήχανος ως προς τι είδους ταινία ήθελε να δημιουργήσει με αποτέλεσμα σε άλλες σκηνές να βλέπεις στρατιωτικό θρίλερ, σε άλλες αισθηματικό δράμα, σε άλλες ταινία μυστηρίου. Πίσω από όλες αυτές τις ανομοιογένειες όμως υπάρχει -και ευτυχώς- ο συνδετικός ιστός: η ανάγκη ενός άντρα, του Fergus (Mark Womack) να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από το θάνατο του αγαπημένου του φίλου Frankie (John Bishop) ο οποίος, υπηρετώντας ως μισθοφόρος στο Ιράκ, σκοτώθηκε σε έναν από τους πιο επικίνδυνους δρόμους του κόσμου, τη Route Irish δλδ τον δρόμο που συνδέει τη Βαγδάτη με το αεροδρόμιο της. Τα στοιχεία που έχει στη διαθεση του ο Fergus είναι ελάχιστα, ωστόσο δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια του να ανακαλύψει την αλήθεια εχοντας ως βοηθούς του τη σύντροφο του φίλου του, τη Rachel ( Andrea Lowe)-να το και το αισθηματικό δράμα- και έναν Ιρακινό γνώστη υπολογιστών. Το παζλ σιγά σιγά θα λυθεί, αλλά εμείς θα μείνουμε με την απορία γιατί χρειαζόταν μια ολοκληρη ταινία να στηριχτεί σε ένα μεμονωμένο περιστατικό για να πει για μια ακόμα φορά αυτό που ξερουμε όλοι: πως τίποτα από όσα έγιναν στο Ιρακ από τους Δυτικούς δεν ήταν αθώο ή τυχαίο.
Στην προηγούμενη απορία υπάρχει φυσικά η απάντηση: για να ακούσουμε πώς είδε τo φιάσκο των στρατών κατοχής στο Ιράκ ο μαστερ των καταγγελιών, ο Ken Loach.. Και για να το ακούσουμε χωρίς πολλά λόγια, χωρίς ακρότητες, απολαμβάνοντας σπουδαίες ερμηνείες και μη επιτηδευμένη σκηνοθεσία. Και η καταγγελία; Αυτή καλύτερα να την αφήσει ο Loach για τα δικά του χωράφια ή αλλιώς για τα λιβάδια με στάχυα της Ιρλανδίας τα οποία χορεύουν ιδανικά στους δικούς του ρυθμούς.

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

Incendies


INCENDIES


Όταν ξεκίνησε το Incendies, η καναδική ταινία του Denis Villeneuve, που πρόκειται να προβληθεί και στη χώρα μας από τη Seven Films είχα την αίσθηση ότι έβλεπα απόσπασμα από ντοκιμαντέρ του National Geographic ή κάτι παρεμφερές. Το τέλος της ταινίας με βρήκε να συλλογίζομαι τον πασίγνωστο ορισμό του Αριστοτέλη : “Εστιν ουν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας...” κτλ. κτλ. Δεν επροκειτο για ντοκιμαντέρ παρόλο που ανάλογες ιστορίες μ'αυτήν που μόλις είχα παρακολουθήσει θα έχουν ασφαλώς συμβεί στην πυριτιδαποθήκη που ονομάζεται Μέση Ανατολή. Ήταν όμως σαφώς μια συγχρονη τραγωδία με μέση, αρχή, τέλος, της οποίας οι πρωταγωνιστές με τα ονόματα Νawal, Simon, Jeanne θα μπορούσαν κάλλιστα να ονομάζονται Οιδίποδας, Ιοκάστη ή Αντιγόνη.
Η συγγένεια με το αρχετυπικό είδος της τραγωδίας αφορά καταρχήν στη θεματολογία και στην απόδοση τραγικών χαρακτηριστικών στους τρεις βασικούς ήρωες. Το ανοιγμα της διαθήκης μιας μητέρας ανατρέπει ό,τι γνώριζαν τα δίδυμα παιδιά της γιαυτήν μέχρι τότε, και τα οδηγεί στην αναζήτηση της δικής της αλλά και δικής τους , εν τέλει, αλήθειας. Δύο κλειστοί φάκελοι πρέπει να παραδοθούν στον πατέρα που μέχρι τότε θεωρούσαν νεκρό και στον αδελφό που δε γνώριζαν ότι έχουν. Οι απαντήσεις για το οικογενειακό παρελθόν βρίσκονται όμως στη Μέση Ανατολή και συγκεκριμένα στο Λίβανο (παρόλο που δεν κατωνομάζεται πουθενά η εν λόγω χώρα, τα πατρώνυμα των ηρώων και τα ιστορικά γεγονότα που εκτυλίσσονται στο φόντο μας επιτρέπουν να υποθέσουμε με ασφάλεια πως προκειται γιαυτήν). Εκεί θα ταξιδέψουν διαδοχικά τα δύο αδέλφια, σε μια οδυνηρή, αλλά και απαραίτητη για να επέλθει η κάθαρση, καταβύθιση στο παρελθόν που θα τους αποκαλύψει όλα τα οικογενειακά μυστικά.
Το σενάριο της ταινίας βασίστηκε σε ομώνυμο θεατρικό έργο του Wadji Mouawad. Ο Villeneuve όμως κατορθώνει να ανεξαρτητοποιηθεί από τις θεατρικές συμβάσεις και να κινηματογραφήσει ένα έργο γεμάτο κίνηση και ένταση. Ανάμεσα στις δύο πρωταγωνίστριες του, τη μητέρα Lubna Azabal και την κόρη Melissa Desormeaux- Poulin πλέκει δύο παράλληλες ιστορίες, παίζει με το παρελθόν και το παρόν, ενδεχομένως μπερδεύοντας και σε κάποιες σκηνές τους θεατές, λόγω της μεγάλης συμπτωματικής ομοιότητας μεταξύ των δύο γυναικών. Η μεγαλύτερη αρετή της ταινίας ωστόσο δεν έγγειται σ'αυτά τα flash-back αλλά ούτε και στις αξιομνημόνευτες ερμηνείες ή στην ολοζώντανη κινηματογράφηση των αχανών τοπίων της Μεσης Ανατολής.
Το σημαντικότερο από όλα αυτά είναι το ότι μέσα στις σκληρές απάνθρωπες σκηνές και ενώ διαγράφονται σχεδόν νατουραλιστικά η απόγνωση, η φρίκη, το μίσος που χαρακτηρίζει κάθε εμφύλιο πόλεμο, ο Villeneuve κατορθώνει να απαλύνει κάθε αρνητικό συναίσθημα που γεννά η βαρβαρότητα και να μιλήσει για την αγάπη, τη στοργή που κατορθωνουν να βιώσουν οι άνθρωποι ακόμα και μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες.
Οι ήρωες υποφέρουν, αιφνιδιάζονται, εκδικούνται, σε καμία περίπτωση όμως δε χάνουν το πείσμα και τη γενναιότητα τους, την ανθρώπινη υπόσταση αλλά και την μεγαλειώδη τραγική διάσταση που χαρακτηρίζει εκείνους που αποφασίζουν να φτάσουν στα όρια τους, να τα ξεπεράσουν ακόμα κι αν το τέλος τους βρει μόνους.
Δεν μπορώ να φανταστώ πως θα υπάρξει θεατής που θα μείνει αμέτοχος, που δε θα φορτισθεί συγκινησιακά παρακολουθώντας το Ιncendies., έστω και αν κάποιοι περισσότερο προσεκτικοί διαπιστώσουν πως δε λείπουν τα συναισθηματικά τρικ, ή οι κλισέ σκηνές φρίκης στις οποίες μας έχουν συνηθίσει -τί έκπληξη!- τα χολυγουντιανά στούντιο..Στο τέλος όμως αυτό που θα μείνει δεν είναι ούτε η απόγνωση ούτε η βαρβαρότητα αλλά η συμπάθεια προς αυτό που βιώνει όποιος αντιμετωπίζει τον παραλογισμό του πολέμου. Και ενώ θα ακούγονται οι νότες του “You and whose army?” των Radiohead μερικοί θα θυμηθούν -για να ολοκληρώσω την αρχική μου σκέψη αυτό που είχε κατά νου και ο Αριστοτέλης όταν έγραφε εκείνο το “δι'ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν”.