My music

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

CARLOS



Στα 165 ΄ που διαρκεί το “Carlos” δεν ακούγεται ούτε μία φορά το προσωνύμιο “The Jackal” με το οποίο έμεινε στην ιστορία ο διαβόητος τρομοκράτης από τη Βενεζουέλα, Ιlich Ramirez Sanchez, η μυθιστορηματική βιογραφία του οποίου (ήδη στους τίτλους αρχής η παραγωγή κρατάει τις απόστάσεις της από την αντικειμενική και ακριβή καταγραφή των γεγονότων) αποτελεί και το κεντρικό θέμα της ομώνυμης ταινίας. Γιατί; Ίσως γιατί θα ήταν οξύμωρο να χρησιμοποιηθεί η ονομασία “τσακάλι” για τον άνθρωπο που ενώ απέκτησε μυθικές διαστάσεις στις δεκαετίες του '70 και ΄80 σήμερα μαραζώνει σε μια φυλακή της Γαλλίας (από όπου μάλιστα παρακολούθησε, όπως λέγεται, το φιλμ). Ίσως πάλι γιατί αν κάτι προσπαθεί να κάνει περισσοτερο από καθετι άλλο η ταινία είναι να ανατρέψει τη σχεδόν ρομαντική εικόνα του ιδεαλιστή ήρωα και να δείξει έναν άντρα που, ναι, ήταν ιδιαίτερα εξυπνος (τσακάλι!) αλλά ταυτόχρονα -ή και ακριβώς γιαυτό- ήταν και αλαζόνας, μυωπικός, οπουρτουνιστής, απίστευτα σκληρός.
Ο φακός του Οlivier Assayas παρακολουθεί τη σταδιακή μύηση του επαναστάτη στις τρομοκρατικές ομάδες της Ευρώπης που κατευθύνονταν από τα πανίσχυρα κέντρα λήψης των αποφάσεων στη Μέση Ανατολή ( είναι σχεδόν τραγική ειρωνεία να αναφέρεται π.χ. ο Σαντάμ Χουσεϊν ως ανερχόμενος ηγέτης στο Ιρακ) και εν συνεχεία στην ανάληψη εκ μέρους του αρχηγικού ρόλου καθώς ιδρύει μια παγκόσμια επαναστική οργάνωση και επιτίθεται στα κεντρικά γραφεία του ΟΠΕΚ, το 1975. Καταζητούμενος για πολλά χρόνια, καταφέρνει να ελιχθεί στους κόλπους των πολιτικών συμφερόντων της ψυχροπολεμικής διεθνούς σκηνής μέχρι και το 1994 οπότε και συνελήφθη στο Χαρτούμ από τη γαλλική αστυνομία. Στην εικοσαετία της ιδιαίτερα ενεργού δράσης του είναι παρών σε πάμπολλες ανατρεπτικές ενέργειες, είναι αλληλέγγυος με ομάδες όπως ο ιαπωνικός κόκκινος στρατός ή οι χιλιανοί επαναστάτες, είναι -για να μην μακρηγορούμε- η φυσιογνωμία που ταυτίστηκε με τον ακροαριστερό ακτιβισμό μιας ολόκληρης εποχής.
Και ενώ στο πρόσωπο του οι εφημερίδες και τα μέσα της εν λόγω εποχής ανακάλυψαν έναν μύθο ή με σημερινούς όρους έναν σταρ του οποίου η τόλμη αλλά και η αδυναμία στο ωραίο φύλο ήταν αρκετές και με το παραπάνω για να τον συντηρήσουν, το ζήτημα είναι αν παρόμοιο στόχο έχει και η ταινία. Να αναβιώσει δλδ το μύθο του Carlos, και να τον αποθεώσει ή να τον δαιμονοποιήσει αναλόγως. Όπως προαναφέρθηκε, ο σκηνοθέτης προσπαθεί να είναι αντικειμενικός, κρατά αποστάσεις, δειχνει τις πράξεις του ήρωα χωρίς να μιλά γιαυτές (π.χ. η σκηνή της ομηρίας των υπουργών του ΟΠΕΚ όπου συμβιβάζεται τελικά δεχόμενος χρηματικά ανταλλάγματα παρακούοντας τις άνωθεν εντολές). Ωστόσο , και παρόλο που επιλέγει τον χαρισματικό Εdgar Ramirez για το ρόλο του Carlos, έναν ηθοποιό που μαγνητίζει το βλέμμα του θεατή, και εύκολα κερδίζει τις εντυπώσεις, προσωπικά τείνω να πιστεύω πως ο Αssayas, ενδεχομένως και ασύνείδητα εφόσον επικαλείται την ουδετερότητα της προσέγγισης του, εν τέλει αποκαθηλώνει το μύθο του επαναστάτη. Τον κινηματογραφεί να αυτοθαυμάζεται γυμνός στον καθρέφτη για να υποδηλώσει τον ναρκισσισμό του. Τον παρουσιάζει να πεφτει θύμα των ίδιων των αντιφάσεων του και τον βάζει να στέκεται στην πλευρά εκείνων που θα εξυπηρετήσουν καλύτερα τους σκοπούς του άρα τον δείχνει ως εναν πολιτικό οπορτουνιστή. Σε έναν κόσμο δολοπλοκιών και αντικρουόμενων συμφερόντων αρνείται να γίνει “μάρτυρας”, ακολουθεί αυτό που του υπαγορεύει η όποια συνείδηση του.
Σε καμία περίπτωση παντως δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι ο σκηνοθέτης αποκαθηλώνει τον πρωταγωνιστή του για να εξυπηρετήσει ή να προπαγανδίσει δικές του πολιτικές ιδεολογίες. Περισσότερο, προσπαθεί να δείξει τις ανθρώπινες αδυναμίες που ενυπάρχουν ακόμα και στον πιο φανατικό και ακούραστο επαναστάτη, τις αδυναμίες εν τέλει της τρομοκρατίας ως μέσου για την επίτευξη πολιτικών - και όχι μόνο- φύσεως στόχων. Εν κατακλείδει, ο Carlos ήταν τσακάλι, τσακάλι που έδρασε όμως σε έναν κόσμο λύκων, ύψωσε το ανάστημα του ανάμεσα τους, δεν κατάφερε όμως να αποφύγει τους τρόπους τους.
Να σημειωθεί ότι η ταινία που θα δούμε στην Ελλάδα αποτελεί πύκνωση μιας μίνι σειράς 300' περιπου λεπτών. Σίγουρα πολλές λεπτές αποχρώσεις του πρωταγωνιστικού χαρακτήρα χάθηκαν στη σύνοψη (εδώ θα δούμε 165') οπότε αν σας ενδιαφέρει να βγάλετε τα δικά σας συμπεράσματα ψάξτε τη version της σειράς που κυκλοφορεί ήδη σε dvd (και έχει κερδίσει μάλιστα) και τη χρυσή σφαίρα 2010.

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

HANNA


ΗΑΝΝΑ

Μια teenager εκδοχή της νύφης στο Kill Bill; Ή μήπως η Leeloo από το Fifth Element;
Τίποτα από τα δύο και κυρίως τίποτα από όσα έχουμε δει μέχρι τώρα. Παρόλο που γυναικείες παρουσίες “έχουν εισβάλει” τα τελευταία χρόνια στις ταινίες δράσης, διεκδικώντας ενα μεγάλο μερίδιο του κινηματογραφικού είδους, η νεαρή Saoirse Ronan πλάθει την πιο πρωτότυπη “δολοφόνο” που έχουμε δει....αέρινη, ευθραστη, απόκοσμη και την ίδια στιγμή ανελέητη, απόλυτα ακριβής στις κινήσεις της, εκπαιδευμένη να σκοτώνει χωρίς διασταγμό. Απογειώνει την ταινία και αποτελεί φυσικά τέλεια επιλογή για τον σκηνοθέτη Joe Wright (Atonement, Pride and Prejudice, The Soloist) - αν και οι φήμες λένε ότι η Ronan ήταν αυτή που διάλεξε τον Wright αφού στην καρέκλα του σκηνοθέτη επρόκειτο αρχικά να καθίσει ο Danny Boyle και στη συνέχεια ο Alfonso Cuaron.
Aν όμως , όπως υπονοήθηκε η νεαρή πρωταγωνίστρια είναι το μεγάλο ατού της ταινίας, το σενάριο που υπογράφουν ο Seth Lockhead και ο David Farr παρόλο που έχει ως αφετηρία μια πολύ ενδιαφέρουσα, πρωτότυπη ιδέα, σε μια δεύτερη ανάγνωση αφήνει πολλά κενά. Η όλη ιστορία ξεκινά με μια καταπληκτική εικόνα μέσα στο χιόνι. Η Hanna, της οποίας το ονομα μαθαίνουμε στη συνέχεια, εχει μόλις πυροβολήσει ενα ελάφι χωρίς όμως να το έχει πετύχει στην καρδιά. Είναι μια ακόμα άσκηση στα πλαίσια της αυστηρής, σπαρτιατικής εκπαιδευσης που λαμβάνει από τον πατέρα της (Eric Bana) με τον οποίο ζουν απομονωμένοι κάπου στο...πουθενά. Σε όλη της την ζωή δεν έχει επαφή με κανέναν άλλο, ούτε με οτιδήποτε συνιστά πολιτισμό. Εχει ανατραφεί σαν μια πολεμική μηχανή που ξερει μόνο να σκοτώνει αλλά και να προστατεύεται..Να προστατεύεται από την απειλή που σταδιακά μαθαινουμε πως ακούει στο όνομα Μαρίσα (μια στυλιζαρισμένη Cate Blanchett), δλδ μια ψυχρή πράκτορα της CIA που κάποτε δουλευε με τον πατέρα της Hanna, αλλά η αποστολή τους απέτυχε. Η μικρή κάποια στιγμή βγαίνει στον κόσμο -κυριολεκτικά και μεταφορικά- και κάπου εκεί αρχίζουν και τα σεναριακά προβλήματα καθώς προκύπτουν ενα σωρό ερωτηματικά σχετικά με τα κίνητρα των ηρώων και όλα αυτά που τους ωθούν σε ενα ανελέητο κυνήγι αλληλοεξόντωσης (η Hanna με τον πατέρα της από τη μία, η Marissa με την “ομάδα” της από την άλλη αν και κυρίως προκειται για one woman show). Καποιες απαντήσεις θα παρουμε προς το τέλος της ταινίας, όταν όμως καμία από αυτές δε θα έχει σημασία γιατί θα έχουμε ήδη κατευχαριστηθεί κάθε ξεχωριστό λεπτό της.
Και το κάθε λεπτό σημαίνει μια σειρά από διαδοχικές σκηνές δράσης, χορογραφημένες και μονταρισμένες στην εντέλεια (στη δυναμική τους συμβάλλουν σημαντικά τα αιχμηρά beats και οι ατμοσφαιρικές ενορχηστρώσεις σε ενα καταιγιστικό soundtrack των Chemical Brothers), οι οποίες διακόπτονται ευχάριστα για να παρακολουθήσουμε τα στάδια προσαρμογής της Hanna καθώς γνωρίζεται με τον πολιτισμό...γιατί άλλο η εκπαιδευση και η θεωρία και άλλο η πραγματικότητα για ένα κοριτσι που θαμπώνεται ακόμα και από το πως αναβοσβήνει ο διακόπτης ρεύματος.
Η Cate Blanchett στο ρόλο της πρακτορα Marissa είναι όσο “στεγνή”, αδιστακτη και ψυχρή προστάζει ο ρόλος της (με την επιφύλαξη όμως που προαναφέρθηκε, πως δεν ξεκαθαρίζονται δλδ τα κίνητρα της εμμονικής συμπεριφοράς της) ο δε Eric Bana περνά σχεδόν απαρατήρητος (με εξαιρεση τη σκηνή που βγαίνει ημιγυμνος μέσα από τη θάλασσα, σκηνή που, χμ, δύσκολα περνά απαρατήρητη!!)
Και κάτι τελευταίο...ήδη από την αρχική εμβληματική σκηνή είχα την αίσθηση ότι ο Wright θέλει να δώσει μια αισθηση σκοτεινού παραμυθιού στην ταινία του...οι αναφορές στα παραμύθια των αδελφών Γκριμ αργότερα ενίσχυσαν αυτή την εντύπωση μου. Δεν παραξενευτηκα λοιπόν καθόλου όταν το δελτίο τύπου της ταινίας αναφέρεται στην Blanchett σαν την κακιά μάγισσα που κυνηγάει τον Χανσελ και την Γκρέτελ ή όταν η Ronan δήλωσε σε συνεντευξη της πως προσέγγισε το ρόλο της σαν το κορίτσι στο παραμύθι που αντικρύζει για πρώτη φορά τον τρομακτικό αλλά και γοητευτικό ταυτόχρονα “έξω” κόσμο....

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

JANE EYRE

Ταινία της χρονιάς ή όχι, γεγονός είναι πως η Jane Eyre του βραβευμένου Cary Fukunaga είναι πολυαναμενόμενη για πολλούς λόγους. Ο βασικότερος από αυτούς συνοψίζεται και μόνο στον τίτλο της. Το πολυδιαβασμένο μυθιστόρημα της Charlotte Bronte έχει γνωρίσει πολλές κινηματογραφικές εκδοχές όμως πάντα υπάρχει περιθώριο για ακόμα μια καθώς συνεχίζει να συγκινεί και νεοτερους αναγνώστες και γνωρίζει αλλεπάλληλες επανεκδόσεις παγκοσμίως. Έπειτα είναι ο σκηνοθέτης. Βραβευμένος ήδη σε κάθε εμφάνιση του (στο περσινό Sundance για το Sine Nombre (χωρίς όνομα) και στο φεστιβάλ της Γιούτα για το μικρού μήκους Victoria para Chino) καλείται τώρα να αποδείξει τις ικανότητες του στη μεταφορά ενός αγαπημένου αλλά και “δύσκολου” ρομαντικού μυθιστορήματος, άσχετου με τα θέματα μετανάστευσης στα οποία μέχρι τώρα έχει διαπρέψει. Τέλος έχει ενδιαφέρον αν η άχρωμη, αδιαφορη πρωταγωνίστρια του Alice in wonderland, η Mia Wasikowska, θα καταφέρει να ερμηνεύσει τον απαιτητικό, αυστηρό αλλά και ταυτόχρονα ευαισθητο χαρακτήρα της Jane Eyre, τώρα που δε θα έχει το ατού των κουνελιών και των υπόλοιπων “θαυμάτων” του Τιμ Μπάρτον. Δίπλα της, στο ρόλο του μυστήριου κυρίου Rochester o Michael Fassbinder του Ιnglourious Basterds. Δύσκολο το στοίχημα λοιπόν για τον Fukunaga που ωστόσο στο τραίηλερ που έχει ήδη κυκλοφορήσει και στη χώρα μας δείχνει αν μη τι άλλο πως έχει καταφέρει να αποδώσει την ομιχλώδη, σκοτεινή και επιβλητική ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος. Χαρακτηριστικό είναι ότι προβάλλονται ιδιαίτερα οι “δευτεραγωνίστριες” του φίλμ, η Sally Hawkins και η Judi Dench οι οποίες με τα βραβεία και τη βαρύτητα τους δίνουν το απαιτούμενο καλλιτεχνικό υπόβαθρο στην ταινία. Ας ελπίσουμε ότι το εκ των πραγμάτων δύσκολο εγχείρημα να αποδοθεί κινηματογραφικά ενα ακόμα σημαντικό για την παγκόσμια λογοτεχνία μυθιστόρημα δε θα αποτύχει όπως συμβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις και πως ο Fukunaga θα αξιοποιήσει το αναγνωρισμένο ταλέντο του και δε θα λυγίσει αμηχανος μπροστά στο βάρος του κλασικού έργου. Παντως ευοιωνο ειναι το γεγονός πως ενω στη συμπαραγωγή της ταινίας μαζί με τη Focus Features και τη Ruby Films βρισκεται και το BBC η προσέγγιση -τουλάχιστον στο τραίηλερ- δεν είναι ακαδημαϊκή αλλά παραπέμπει σε μια πιο “gothic” κινηματογράφηση. Δεν είναι λοιπόν τυχαία και τα 3,505,000$ που έχει κόψει μέχρι τώρα το φιλμ στην Αμερική κάνοντας το καλύτερο ντεπούτο για το 2011.